Με την πλάτη στον τοίχο βρίσκεται για άλλη μια φορά η Ελλάδα. Στης 7 Ιουλίου οι χώρα οδηγείται σε εκλογές και η ελληνική οικονομία κινείται πάνω σε τεντωμένο σκοινί.

 

Μετά τις συστάσεις από την Κομισιόν προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για τις προεκλογικές και την επιβάρυνση που έχουν αυτές στον προϋπολογισμό, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου».

Η εκτίμηση της ΤτΕ είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα ξεπεράσει το 2,9%. Θα είναι δηλαδή μικρότερο κατά 0,6% σε σύγκριση με τον στόχο. Έτσι, η ΤτΕ προβλέπει «μαύρη τρύπα» 1,2 δισ. ευρώ στους δημοσιονομικούς στόχους για το 2019.

Ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε χθες την πάγια θέση του πως χρειάζεται ένα νέο μείγμα οικονομικής πολιτικής με μείωση φόρων και εισφορών και παράλληλη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα ως το 2022.

Το Φθινόπωρο αντί για μείωση των πλεονασμάτων και υιοθέτηση μιας αναπτυξιακής πολιτικής με περικοπές φόρων και προσέλκυση επενδύσεων, η χώρα να αναζητά χρήματα προκειμένου να καλύψει την δημοσιονομική τρύπα που συνειδητά άνοιξε η απερχόμενη κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να… εξαγοράσει ψήφους και να αναστρέψει το αρνητικό κλίμα.

Ο Αλέξης Τσίπρας αφήνει πίσω μια «εμπόλεμη ζώνη». Ορατός είναι ο κίνδυνος να ζητηθούν νέα μέτρα από τους θεσμούς, τα οποία θα πρέπει να καλύψουν την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα που έχει συμφωνήσει η Ελλάδα και η κυβέρνηση Τσίπρα.

H επόμενη κυβέρνηση, όποια κι αν είναι αυτή μετά τις 7 Ιουλίου θα κληθεί να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις. Μπορεί ο Τσίπρας να βρίζει τον Στουρνάρα και τους δανειστές για την επίτευξη του στόχου του πλεονάσματος, όμως, υπάρχουν παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Οπως αν θα πάει καλά ο τουρισμός, ποια θα είναι τα έσοδα από τον κλάδο, αν θα υπάρξει στάση πληρωμών λόγω εκλογών, αν θα πετύχει η ρύθμιση των 120 δόσεων για να γεμίσουν τα ταμεία κ.λπ.

Με ασθενικό ρυθμό ανάπτυξης, με μια πιθανή μη επίτευξη του στόχου για πλεόνασμα 3,5% και με δείκτες που δεν πηγαίνουν και τόσο καλά (βιομηχανική παραγωγή π.χ.) κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι οικονομία θα βρει.

Και τι θα γίνει επίσης με μέτωπα όπως τα αναδρομικά πολλών δισ., η αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί τα κόκκινα δάνεια, η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών;

 

Την ίδια στιγμή, σε άρθρο τους οι Financial Times αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι η μεσαία τάξη χτυπήθηκε από τη μεγάλη αύξηση της φορολογίας και όπως δείχνουν πλέον οι δημοσκοπήσεις έρχεται το πρόωρο τέλος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές.

Σε δική του ανταπόκριση ο Guardian επικεντρώνεται στην παρουσίαση του προεκλογικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.

Η εφημερίδα αναφέρει ότι το μέγεθος της ήττας στις ευρωεκλογές περιγράφηκε ως «τεράστιο σοκ» και αποδόθηκε στην απώλεια της μεσαίας τάξης, που χτυπήθηκε από ένα καθεστώς υψηλών φόρων στα χρόνια της διακυβέρνησης Τσίπρα, καθώς και στη μεγάλη αποχή.

Από την άλλη πλευρά, η Pimco χαρακτηρίζει υπέρμετρα αισιόδοξο τον στόχο του 2,3% που έχει θέσει η ελληνική κυβέρνηση για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2019, μετά και την επιβράδυνση στο 1,3% που σημειώθηκε στο α τρίμηνο του έτους.

Όπως σημείωσε ο Νίκολα Μάι, διαχειριστής χαρτοφυλακίου και αναλυτής πιστωτικών αγορών της Pimco σε κλειστή παρουσίαση που έγινε στην Αθήνα για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, είναι δύσκολο στο σημερινό περιβάλλον η Ελλάδα να κινηθεί με ρυθμούς από 2% και πάνω.

Η ελληνική οικονομία, όπως αναφέρει η Pimco, έχει περιθώριο να αναπτυχθεί καθώς η κατανάλωση και οι επενδύσεις παρέμειναν σε πολύ υποτονικά επίπεδα για μεγάλο διάστημα, ενώ η επιθετική δημοσιονομική προσαρμογή φτάνει στο τέλος της και τα επιτόκια μειώνονται και έτσι οι προοπτικές για ανάκαμψη της ζήτησης υπάρχουν, ωστόσο η Ελλάδα παραμένει μία μικρή οικονομία στην Ευρώπη και η ανάπτυξη στην περιοχή ξεκάθαρα επιβραδύνεται, εν μέρει λόγω των εμπορικών εντάσεων.